DIODOS.info
Όνομα Χρήστη:

Κωδικός:


Lost Password?

Register now!
 

 

 

 

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΖΕΝ

 

 

Θεοδόση Μπακάλη

 

 

Ένα συχνό ερώτημα που τίθεται όσον αφορά το Ζεν -και τις ανάλογες πρακτικές- είναι γιατί, για ποιο λόγο αξίζει ή θα πρέπει κάποιος ν’ ασχοληθεί μαζί του. Η απάντηση αποτελεί και το κεντρικό σημείο του Ζεν, και έχει να κάνει με αυτό που ονομάζουμε «πόνο» της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν είναι ο σωματικός, αλλά μάλλον ο ψυχολογικός πόνος, μια αίσθηση που μπορεί να κυμαίνεται από την έλλειψη εσωτερικής ικανοποίησης και ηρεμίας, μέχρι ένα αίσθημα κατάθλιψης, απογοήτευσης, και αδικίας. Σύμφωνα με την ψυχολογία του Ζεν, αιτία του προβλήματος είναι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο νους και λύση του η επαναφορά του στην αρχική και ουσιαστική του φύση.

            Οι τρεις «πικρές» ρίζες, οι οποίες δηλητηριάζουν το νου λέγονται επιθυμία, μίσος και πλάνη. Ενώ η ουσιαστική του φύση είναι χωρίς όρια άνοιγμα, καθαρότητα και ευαισθησία, δεν μπορεί να εκδηλωθεί, γιατί καλύπτεται κάτω από την κατάσταση που δημιουργούν τα «τρία δηλητήρια». Ένα φωτισμένο ή αφυπνισμένο άτομο αντιλαμβάνεται τον κόσμο χωρίς προϊδεάσεις και, συνεπώς, χωρίς διαστρεβλώσεις. Η αντίληψή του χαρακτηρίζεται από τις τρεις αυτές βασικές ιδιότητες και είναι γεμάτη καθαρότητα, απλότητα, και ακρίβεια. Στον αντίποδα αυτής της καθαρής αντίληψης βρίσκεται αυτό που θα ονομάζαμε «άγνοια» και το οποίο αποτελεί τη σημαντικότερη αιτία του προβλήματος. Λόγω της «άγνοιας» αντιδρούμε στην καθημερινή επαφή μας με τη ζωή, με έναν από τους εξής τρεις τρόπους.

Ο πρώτος είναι η προσκόλλησή μας στα πράγματα και η λύπη που μας προκαλεί η απώλειά τους. Θα τον ονομάζαμε επιθυμία να έχουμε αυτό που μας αρέσει. Ο δεύτερος είναι η αποστροφή μας προς τα πράγματα που δεν θέλουμε και η λύπη που φέρνει η αναγκαστική τους παρουσία στη ζωή μας. Θα τον ονομάζαμε μίσος ή αποστροφή για όσα μας είναι δυσάρεστα. Ο τρίτος χαρακτηρίζεται από νωθρότητα και αδιαφορία, όπως όταν δεν ξέρουμε τι αληθινά θέλουμε. Θα τον ονομάζαμε πλάνη ή σύγχυση στη σχέση μας με τη ζωή.

Στον αντίποδα αυτών των τριών «πικρών» ριζών, βρίσκονται τρεις «γλυκές» ρίζες, η μη-επιθυμία, η μη-αποστροφή, και η μη-πλάνη, οι οποίες, παρότι ορίζονται αρνητικά, αποτελούν τις θετικές δυνάμεις της ζωής μας. Όλες οι ψυχικές μας καταστάσεις προκύπτουν από κάποια απ’ αυτές τις έξι συνολικά ρίζες, οι οποίες, με άλλα λόγια, καθορίζουν αυτήν την ίδια την ύπαρξη της ψυχολογικής μας ζωής. Κατά συνέπεια, μπορούν να χρησιμεύσουν σε μια αποτελεσματική διάγνωση του υπάρχοντος προβλήματος.

Στο σημείο αυτό έχει ενδιαφέρον να δούμε μερικά στοιχεία από τη Δυτική ψυχοθεραπεία, και πιο συγκεκριμένα τη θεωρία του Carl Rogers. Σύμφωνα με αυτή, προκειμένου να «λειτουργήσει» η θεραπεία, θα πρέπει ο θεραπευτής να εκδηλώσει μέσα στη θεραπευτική σχέση τρεις όρους-συμπεριφορές: ενσυναίσθηση, χωρίς όρους αποδοχή, και γνησιότητα ή συμφωνία. Οι τρεις αυτοί όροι έχουν μια άμεση αντιστοιχία με τις τρεις «πικρές» ρίζες που αναφέραμε πιο πάνω. Στην πραγματικότητα, αποτελούν τα αντίδοτά τους.

Έτσι, η ενσυναίσθηση είναι το αντίδοτο στο μίσος, στη στάση αποστροφής προς καθετί που δε θέλουμε στον ψυχολογικό και φυσικό μας χώρο. Η ενσυναίσθηση «θέλει» να καταλάβει, να συναισθανθεί τον άλλον τόσο βαθιά, σαν να ήταν μέσα του. Είναι ακριβώς αντίθετη της αποστροφής.

Η χωρίς όρους αποδοχή είναι το αντίθετο της επιθυμίας. Μπορεί αυτό να μη φαίνεται με την πρώτη ματιά, μπορούμε όμως να το αντιληφθούμε, αφού πρώτα συνειδητοποιήσουμε ότι η επιθυμία έχει την έννοια της προσκόλλησης και κατακράτησης του επιθυμητού αντικειμένου. Η χωρίς όρους αποδοχή εμπεριέχει απόλυτο σεβασμό της ελευθερίας και της ιδιαιτερότητας του άλλου. Είναι ακριβώς αντίθετη της προσκόλλησης και του περιορισμού.

Τέλος, η γνησιότητα ή συμφωνία είναι το αντίδοτο στην πλάνη. Η πλάνη έχει, όπως είπαμε, την έννοια της σύγχυσης, η οποία συνεπάγεται την ασυμφωνία ανάμεσα σε αυτό που λέει και αυτό που κάνει κάποιος ή ανάμεσα σ’ αυτό που είναι αληθινό και σ’ αυτό που παρουσιάζεται να είναι. Η γνησιότητα χαρακτηρίζεται από καθαρότητα αντίληψης, έλλειψη παγιωμένων απόψεων, εναρμόνιση με τη ροή στιγμή τη στιγμή, και το να «είναι κάποιος ο εαυτός του».

Βλέπουμε, δηλαδή, ότι οι τρεις θεραπευτικοί όροι του Rogers είναι οι «γλυκές» ρίζες, τα αντίδοτα στις «πικρές» ρίζες που γεννούν την άγνοια και τη δυστυχία στον άνθρωπο. Ο θεραπευτής πρέπει να εκδηλώσει αυτούς τους όρους μέσα στη σχέση, ώστε να μπορέσει να ενεργοποιηθεί η τάση πραγμάτωσης του πελάτη ή, με άλλα λόγια, να έρθει στην επιφάνεια η ουσία της ύπαρξής του.

Όπως στην ψυχολογία του Ζεν, έτσι και ο Rogers υποστηρίζει ότι για να έχουμε το αποτέλεσμα που θέλουμε θα πρέπει και οι τρεις όροι να συνυπάρχουν. Αν έστω και ένας λείπει, το όλο πράγμα δε λειτουργεί. Ή αλλιώς, οι τρεις αυτοί όροι είναι «αναγκαίοι και ικανοί» να φέρουν στην επιφάνεια την κρυμμένη ουσία του ανθρώπου.

Τι γίνεται, όμως, με την πρακτική εφαρμογή; Αν στο πλαίσιο της συμβουλευτικής του Rogers είναι ο θεραπευτής που αναλαμβάνει την ευθύνη να εκδηλώσει τους αναγκαίους όρους -κι έτσι να βοηθήσει τον πελάτη- τι γίνεται με την άσκηση στο Ζεν; Πώς δημιουργούνται τα αντίδοτα στις «πικρές» ρίζες;

Το κατ’ εξοχήν πρακτικό μέσο στο Ζεν είναι το ζαζέν, ο καθιστός διαλογισμός ή απλά «κάθισμα». Παρότι χρησιμοποιείται ο όρος «διαλογισμός», δε θα πρέπει να συγχέεται με τις άλλες μορφές πρακτικής που φέρουν το ίδιο όνομα. Οι λόγοι είναι πολλοί, αλλά δεν είναι του παρόντος να αναφερθούν. Εκείνο που πρέπει να διευκρινίσουμε είναι το τι κάνουμε κατά τη διάρκεια του ζαζέν και γιατί αυτό μπορεί να είναι θεραπευτικό για τον ασκούμενο.

Συνήθως, στα αρχικά στάδια της άσκησης στο ζαζέν δίνεται έμφαση -πολλές φορές πολύ μεγάλη- στη συγκέντρωση του νου. Σαν την αεικίνητη μαϊμού, ο ασκούμενος θα πρέπει να εκπαιδευτεί να μένει σχετικά ακίνητος και ήρεμος, ώστε να μη δημιουργεί όλη αυτή τη φασαρία και δυστυχία μέσα στο κεφάλι του. Αυτό είναι πράγματι αναγκαίο. Όμως, είναι μεγάλο λάθος να νομίζουμε ότι αυτή είναι όλη μας η πρακτική, και ότι το μόνο ζητούμενο είναι ένας ήσυχος και ήρεμος νους. Η πρακτική του ζαζέν αφορά στην ολότητα της ύπαρξης μας, σε όλον τον ψυχολογικό μηχανισμό, ο οποίος μέσα από τις τρεις «πικρές» ρίζες δημιουργεί τους αναρίθμητους συνδυασμούς του προσωπικού μας δράματος.

Όταν, κατά τη διάρκεια του ζαζέν, ο νους ηρεμήσει σε βαθμό που να επιτρέπει στην προσοχή μας ν’ απλωθεί στην παρούσα στιγμή, τότε τα τρία αντίδοτα, όπως περιγράφονται στη θεωρία του Rogers, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν. Οτιδήποτε εμφανίζεται στην οθόνη της προσοχής μας θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με την ίδια στάση, με τους τρεις όρους: ενσυναίσθηση, χωρίς όρους αποδοχή, γνησιότητα. Κάθε κομμάτι του εαυτού μας που ζητά εκείνη τη στιγμή την προσοχή μας, θα πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται μέσα από τη στάση αυτή.

Για παράδειγμα, αν κάποιος φόβος κάνει δειλά την παρουσία του, σκοπός μας δεν είναι να τον αγνοήσουμε, να τον πιέσουμε να κρυφτεί ούτε να ταυτιστούμε μαζί του και να χαθούμε μέσα του. Όπως θα έκανε ο θεραπευτής σε μία θεραπευτική σχέση, έτσι κι εμείς θα πρέπει να δείξουμε προς το κομμάτι αυτό μέσα μας που φοβάται, τους τρεις πιο πάνω όρους. Με την ενσυναίσθηση προσπαθούμε να το νιώσουμε όσο πιο βαθιά γίνεται. Με την αποδοχή τού επιτρέπουμε να υπάρχει όπως αυτό θέλει να είναι. Με τη γνησιότητα δεν το παραβλέπουμε θεωρώντας το ανύπαρκτο. Όταν καταφέρουμε να λειτουργούμε έτσι μαζί του, κάτι αρχίζει ν’ αλλάζει, ο σφιχτός κόμπος που φαινόταν άλυτος αρχίζει από μόνος του να χαλαρώνει, η πληγή που έμενε ανοιχτή και πονούσε αρχίζει να γιατρεύεται. Πώς συνέβη αυτό;

Στην πραγματικότητα, έστω και για λίγο, καταφέραμε να χρησιμοποιήσουμε τα αντίδοτα στις τρεις «πικρές» ρίζες, στην πιο βασική μορφή λειτουργίας τους, απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό. Όταν η πρακτική μας στο ζαζέν έχει προχωρήσει, βλέπουμε ότι υπάρχουν μέσα μας τεράστια κομμάτια τα οποία τα αρνούμαστε ή τα αποφεύγουμε συστηματικά, που όμως μας συνεπαίρνουν και χανόμαστε. Υπάρχουν ωστόσο και άλλα, τα οποία βρίσκονται στο σκοτάδι της ασυνειδησίας. Εκεί βρίσκεται η πρώτη επίδραση από τις «πικρές» ρίζες μέσα μας. Στον τρόπο, δηλαδή, με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Και εκεί είναι που χρειάζεται πρωταρχικά η εφαρμογή των τριών αντίδοτων: στον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι στα διάφορα κομμάτια μέσα μας.

Με αυτόν τον τρόπο ιδωμένη, η πρακτική του ζαζέν δεν μοιάζει και τόσο με αυτό που πιθανώς γνωρίζουμε για διαλογισμό, αλλά μάλλον για κάποια μορφή ψυχοθεραπείας. Και είναι πράγματι «θεραπεία για έναν», θεραπεία που κάνει κάποιος στον εαυτό του χωρίς την απαραίτητη παρουσία ενός εξωτερικού θεραπευτή. Στο ζαζέν καλούμαστε να γίνουμε ο θεραπευτής της ίδιας μας της ψυχής, να πάρουμε την κεντρική θέση που μπορεί ν’ ακούσει και να αγκαλιάσει όλες τις πλευρές, δείχνοντας τους τρεις όρους της ενσυναίσθησης, της αποδοχής, και της γνησιότητας.

Όταν αυτό μπορέσει να γίνει απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό, όταν μπορέσουμε να αγαπήσουμε και να αποδεχτούμε αυτό που υπάρχει μέσα μας, τότε μπορούμε να εκδηλώσουμε την ίδια στάση προς κάθε κατεύθυνση, προς κάθε άνθρωπο. Είναι οξύμωρο έως και σχιζοφρενικό να θέλουμε να κρατήσουμε προς τους άλλους μία στάση που δεν την κρατάμε πρώτα απέναντι στον εαυτό μας. Αν δεν μπορώ να αποδεχτώ τα δικά μου κομμάτια πόνου, ασχήμιας και δυστυχίας, πώς μπορώ να τα αποδεχτώ στον άλλον;

Στο δρόμο του Ζεν υπάρχουν δύο κεντρικά σημεία: το ζαζέν και ο δάσκαλος. Αν έχουμε την τύχη ενός δασκάλου, ενός «καλού φίλου», τότε η σχέση μαζί του ολοκληρώνει απόλυτα τη λειτουργία του ζαζέν. Όπως και σε μία θεραπευτική συνεδρία, κατά την οποία η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον πελάτη και τον θεραπευτή είναι από μόνη της θεραπευτική, έτσι συμβαίνει και στη σχέση δασκάλου-μαθητή. Στην πραγματικότητα, ο δάσκαλος είναι ο θεραπευτής, όπως ο ίδιος ο ιστορικός Βούδας ονόμασε τον εαυτό του. Απλώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, όπως το ζαζέν είναι «θεραπεία για έναν», μια καλή σχέση δασκάλου-μαθητή ή πελάτη-θεραπευτή είναι «διαλογισμός για δύο».

 

 

O Θεοδόσης Μπακάλης είναι Σύμβουλος-Ψυχοθεραπευτής και διευθύνει το πρόγραμμα προσωπικής ανάπτυξης και αυτογνωσίας «η Τέχνη της Ροής», το οποίο συνδυάζει το Ζεν και τη σύγχρονη Συμβουλευτική-Ψυχοθεραπεία.

 

 



 
Powered by © e4U e4u.gr 1997-2008