DIODOS.info
Όνομα Χρήστη:

Κωδικός:


Lost Password?

Register now!
 

 

 

 

Ομοιοπαθητική

Παλιά και δοκιμασμένη, σαν το καλό κρασί

 

 

 

του Δημήτρη Μαδιανού

 

 

Πριν από όχι τόσο πολλά χρόνια, η λέξη «ομοιοπαθητικός» ακουγόταν περίπου ως συνώνυμο της λέξης «κομπογιαννίτης». Ήταν η εποχή που ο αντίλογος στην επικρατούσα άποψη της ιατρικής επιστήμης ήταν πολύ ασθενής και δεν είχε καταστεί σαφές στο ευρύ κοινό ότι η Ιατρική έχει ένα ευρύτερο αντικείμενο από τη συνταγογράφηση και τις εγχειρήσεις, ότι υπάρχουν πολλοί δρόμοι για να οδηγηθεί κανείς στην ίαση, ότι η εξάλειψη του συμπτώματος δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην και θεραπεία της ασθένειας. Στη συνέχεια, η ραγδαία άνοδος της ιατρικής τεχνολογίας έδειξε μα αποκαλυπτικό τρόπο το χάσμα που υπάρχει μεταξύ των υπερεξελιγμένων μέσων και της αποτελεσματικότητάς τους, αφού η θεραπευτική ικανότητα της «επίσημης» ιατρικής δεν αυξήθηκε (τουλάχιστον) κατ’ αντίστοιχο τρόπο.

Έτσι, τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια σαφής στροφή ενός μεγάλου μέρους ασθενών προς τις μεθόδους της αποκαλούμενης «εναλλακτικής ιατρικής» (όρος που είναι λάθος όσο και αυτός της «επίσημης ιατρικής», αφού η ιατρική επιστήμη είναι μία και στους κόλπους της συνυπάρχουν όλες οι θεραπείες, αποδεκτές ή όχι από το σημερινό σύστημα. Εκείνο που ίσως διαφοροποιεί τις αποδεκτές από το σύστημα θεραπείες από τις άλλες είναι ο βαθμός εξάρτησής τους από το σύμπλεγμα φαρμακευτικών εταιρειών και εταιρειών ιατρικής τεχνολογίας). Μεταξύ των μεθόδων αυτών η πιο γνωστή είναι η ομοιοπαθητική μέθοδος. Η ομοιοπαθητική μέθοδος είναι η πιο γνωστή όχι μόνο επειδή οι ομοιοπαθητικοί γιατροί είχαν δραστηριοποιηθεί πολύ παλιότερα από γιατρούς άλλων «εναλλακτικών» θεραπειών, αλλά και επειδή ο χρόνος δραστηριοποίησής τους ήταν αρκετός ώστε να υπάρχουν πια πιστοποιημένα αποτελέσματα, συνεπώς να έχει εγκαθιδρυθεί μια σχέση εμπιστοσύνης με το κοινό.

 

Ομοιοπαθητική, οργανισμός και ασθένεια

 

Όσον αφορά τη γενική θεώρησή της, η ομοιοπαθητική μέθοδος βασίζεται σε δύο παραδοχές ουσίας:

Ο οργανισμός είναι μια ολότητα και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται θεραπευτικά και

Δεν υπάρχουν ασθένειες παρά μόνον ασθενείς

Δηλαδή, ό,τι εννοούμε ως ψυχή και ό,τι εννοούμε ως σώμα είναι ένα ενιαίο σύνολο που λειτουργεί με τους δικούς του κανόνες οι οποίοι έχουν μεν γενική ισχύ αλλά ο συγκεκριμένος τρόπος λειτουργίας τους είναι ξεχωριστός σε κάθε άνθρωπο. Όταν, για διάφορες αιτίες που ξεκινούν από τη διατροφή, περνούν από τις μολύνσεις και τους τραυματισμούς και φτάνουν μέχρι την ψυχολογική κατάσταση του ατόμου, ο οργανισμός αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα, παρουσιάζει ορισμένα συμπτώματα που απλώς είναι η έκφραση της δυσλειτουργίας του συνόλου (όπως οι μη συνηθισμένοι θόρυβοι της στο αυτοκίνητό μας δεν είναι πρόβλημα ήχου αλλά πρόβλημα της ίδιας της μηχανής) ενώ παράλληλα ενεργοποιεί τους μηχανισμούς άμυνάς του, οι οποίοι με τη σειρά τους μπορεί να δημιουργούν συμπτώματα (π.χ. πυρετός). Η ομοιοπαθητική δεν θα φροντίσει να καταστείλει το σύμπτωμα αλλά να διαπιστώσει πού οφείλεται η ύπαρξή του και να αντιμετωπίσει την αιτία και όχι το αποτέλεσμα. Αυτή είναι, σε γενικές γραμμές, η αντιμετώπιση του ανθρώπινου οργανισμού και των ασθενειών από πλευράς ομοιοπαθητικής, αντιμετώπιση που –λίγο ως πολύ- είναι κοινή σε όλες τις επονομαζόμενες «εναλλακτικές» ή «ολιστικές» θεραπείες.

 

Ομοιοπαθητική και θεραπευτική αγωγή

 

Ας έρθουμε τώρα στον τρόπο θεραπείας σύμφωνα με την Ομοιοπαθητική. Όπως ήδη είπαμε, σκοπός της μεθόδου αυτής δεν είναι να καταστείλει το σύμπτωμα αλλά να αποκαταστήσει τη σωστή λειτουργία του οργανισμού. Ο πιο ασφαλής τρόπος για να γίνει αυτό είναι να αφήσουμε το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού να κάνει τη δουλειά του και αν δυσκολεύεται να το ενισχύσουμε. Η ενίσχυση γίνεται μέσω φυσικών σκευασμάτων τα οποία πρέπει να είναι απόλυτα συμβατά με τον οργανισμό του ασθενούς, αφενός γιατί ο κάθε οργανισμός είναι μοναδικός αφετέρου γιατί το πρόβλημα στον οργανισμό παρουσιάζεται με μοναδικό τρόπο κάθε φορά. Συνεπώς, σε δύο ασθενείς που παρουσιάζουν τα ίδια συμπτώματα δεν σημαίνει ότι θα τους χορηγηθεί το ίδιο σκεύασμα, γιατί οι οργανισμοί τους είναι διαφορετικοί και διαφορετικά αντιδρούν στο πρόβλημα που τους παρουσιάζεται. Εδώ εφαρμόζεται η αρχή, που ήδη αναφέραμε, ότι δεν υπάρχουν ασθένειες παρά μόνο ασθενείς.

Ο ομοιοπαθητικός γιατρός, λοιπόν, πρέπει, αφού διαπιστώσει ποιο πρόβλημα προξένησε τα συγκεκριμένα συμπτώματα στον οργανισμό, να κάνει ορισμένα τεστ ώστε να διαπιστώσει ποιες ουσίες, από εκείνες που μπορούν να ενισχύσουν τον οργανισμό να αντιμετωπίσει το συγκεκριμένο πρόβλημα, είναι «συμβατές» και ποιες όχι. Η λήψη των ουσιών αυτών από τον ασθενή συνεπάγεται συνήθως από τη μεριά του αποχή από κάποιες ουσίες που μπορεί να έχουν παίξει ρόλο στη δημιουργία του προβλήματος ή να επιδρούν ανασταλτικά στη δράση του θεραπευτικού σκευάσματος (π.χ. καφές).

Η λογική της επιλογής –ακόμα και της κατασκευής, πολλές φορές- αυτών των σκευασμάτων υπακούει στην αρχή που είχε διατυπώσει ο Ιπποκράτης στο έργο του «Περί τόπων των κατ’ άνθρωπον»:

«Δια τα όμοια νόσος γίνεται και δια τα όμοια προσφερόμενα εκ νοσευόντων υγιαίνονται».

Που, πολύ πρακτικά, σημαίνει ότι αν ένα σκεύασμα μπορεί να προξενήσει ορισμένα συμπτώματα σε έναν υγιή οργανισμό, τότε μπορεί να χορηγηθεί για να ενισχύσει θεραπευτικά τον οργανισμό όταν αυτός παρουσιάζει τα ίδια συμπτώματα με αυτά που προκαλεί το σκεύασμα.          

Εν κατακλείδι, η ομοιοπαθητική σέβεται τον άνθρωπο και τον οργανισμό του, τον βοηθάει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα και δεν επεμβαίνει βάναυσα στις λειτουργίες του προσπαθώντας απλώς να καταστείλει το σύμπτωμα, χάνοντας έτσι το δάσος για χάρη του δέντρου.

 

Τα όρια της Ομοιοπαθητικής

 

Τώρα πια που η Ομοιοπαθητική έχει κατακτήσει τη θέση της στο ιατρικό στερέωμα, με πανεπιστημιακού επιπέδου σχολές σε πολλές χώρες του εξωτερικού και αντίστοιχα τμήματα στα νοσοκομεία τους, ενώ στην Ελλάδα έχει κερδίσει ένα μεγάλο μέρος των ασθενών, η ρετσινιά του «κομπογιαννίτη» δεν περνάει για τους ομοιοπαθητικούς γιατρούς. Η καινούργια ρετσινιά απευθύνεται στην ίδια τη μέθοδο και –πολύ πολιτισμένα- λέει ότι η ομοιοπαθητική μέθοδος είναι κατάλληλη μόνο για πολύ απλές περιπτώσεις ενοχλήσεων και όχι πραγματικών ασθενειών και ότι σηκώνει τα χέρια μπροστά σε περιπτώσεις πολύ σοβαρών ασθενειών.

Μολονότι αυτού του είδους οι αιτιάσεις είναι εξόφθαλμα αστήρικτες, εντούτοις θέτουν ένα πραγματικό πρόβλημα, το οποίο αφορά τα όρια της Ομοιοπαθητικής. Το πρόβλημα αυτό καταγράφεται εν μέρει και στη συμπεριφορά μερίδας ασθενών οι οποίοι ενώ έχουν διαπιστώσει από την πείρα τους τα ευεργετικά αποτελέσματα της Ομοιοπαθητικής, διστάζουν να την εμπιστευτούν σε πολύ σοβαρές παθήσεις. Βέβαια, όταν ο ασθενής αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να χάσει τη ζωή του από κάποια ασθένεια, καταφεύγει στη «σιγουριά» των «δοκιμασμένων» μεθόδων (μολονότι οι στατιστικές που αναφέρονται σε αυτές τις μεθόδους δεν προσφέρονται για κανενός είδους σιγουριά σε ασθένειες όπως π.χ. ο καρκίνος). Αλλά, πέρα από αυτήν την ενστικτώδη, ας πούμε, αντίδραση, υπάρχει ένα θέμα ουσίας.

Η ομοιοπαθητική θεραπευτική μέθοδος, όπως έχει γίνει κατανοητό, απευθύνεται στο ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς και γίνεται αρωγός του για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του οργανισμού. Σε μια σειρά ασθενειών η κατάσταση του ανοσοποιητικού συστήματος δεν παίζει πρωτεύοντα ρόλο, με την έννοια ότι τυχόν αδυναμίες του μπορούν να καλυφθούν αποτελεσματικά από τη χορηγούμενη αγωγή. Σε ορισμένες ασθένειες όμως, π.χ. καρκίνος, η κατάσταση του ανοσοποιητικού συστήματος του ασθενή είναι καθοριστικής σημασίας. Υπάρχουν περιπτώσεις ασθενών με ισχυρό ανοσοποιητικό σύστημα που θερεπεύτηκαν μέσω της Ομοιοπαθητικής από καρκίνο, καρδιοπάθειες, σοβαρές ηπατικές παθήσεις, κ.λπ. Όπως επίσης υπάρχουν ασθενείς που το ανοσοποιητικό τους σύστημα δεν τους βοήθησε. Με αυτό δεν θέλουμε να πούμε ότι η Ομοιοπαθητική έχει κάποια θεραπευτικά όρια που δεν μπορεί να ξεπεράσει (αντίθετα πιστεύουμε ότι όσον αφορά τη θεραπεία και όχι την καταστολή των συμπτωμάτων τα όριά της είναι κατά πολύ ευρύτερα της «κλασικής» ιατρικής) αλλά ότι, από ένα σημείο σοβαρότητας της ασθένειας και μετά η άποψη του ίδιου οργανισμού είναι πολύ σημαντική για την έκβαση της ασθένειας – πράγμα που άλλωστε συμβαίνει και στην «κλασική» ιατρική. Εκεί που πραγματικά η Ομοιοπαθητική δεν έχει προσφέρει και πολλά πράγματα –μέχρι τώρα τουλάχιστον- είναι περιπτώσεις σοβαρών νευρομυϊκών παθήσεων όπως η πλάγια μυατροφική σκλήρυνση, η μυοπάθεια, η μυϊκή δυστροφία κ.ά. 

 

Το μέλλον

 

Ποιο είναι το μέλλον της ομοιοπαθητικής; Οι ομοιοπαθητικοί γιατροί, λαμβάνοντας υπόψη τους και την εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών, πιστεύουν ότι η ομοιοπαθητική και η κλασική ιατρική μπορούν να συνεργαστούν και να δράσουν συμπληρωματικά αυξάνοντας κατά πολύ τις πιθανότητες ίασης σε ευρύ δείγμα ασθενειών, από τις πιο ελαφρές έως τις πιο σοβαρές. Βέβαια κάτι τέτοιο θα απαιτούσε κάποιες αμοιβαίες παραχωρήσεις εκ μέρους των δύο μεθόδων, εφόσον θα ήθελαν να συνυπάρξουν και να έχουν κοινό αντικείμενο, ή σαφή καθορισμό των περιοχών ευθύνης της καθεμιάς. Πάντως, έτσι όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, εκείνος που πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα είναι η κλασική ιατρική, η οποία απλώς πρέπει να πάψει να υποτιμά τα αποτελέσματα της Ομοιοπαθητικής. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί εμμένοντας σε αυτή τη λογική αποδεικνύεται αναξιόπιστη, αφού η ομοιοπαθητική μέθοδος επιβεβαιώνει κάθε μέρα που περνάει την αποτελεσματικότητά της. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



 
Powered by © e4U e4u.gr 1997-2008